Η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή αποτελεί ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική για την αντιμετώπιση όγκων του νεφρού. Ανάλογα με το μέγεθος, τη θέση και την πολυπλοκότητα της βλάβης, ο ουρολόγος μπορεί να αφαιρέσει μόνο τον όγκο ή ολόκληρο το νεφρό, με στόχο τον ογκολογικό έλεγχο και τη διατήρηση της νεφρικής λειτουργίας.
Τι είναι η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή
Η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή είναι η χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αντιμετωπίζεται ένας νεφρικός όγκος μέσα από μικρές τομές στο κοιλιακό τοίχωμα, με τη χρήση ειδικών λαπαροσκοπικών εργαλείων και κάμερας υψηλής ευκρίνειας. Η επέμβαση μπορεί να είναι μερική νεφρεκτομή, όταν αφαιρείται μόνο ο όγκος με μικρό τμήμα υγιούς ιστού, ή ριζική νεφρεκτομή, όταν αφαιρείται ολόκληρο το νεφρό.
Στη μερική νεφρεκτομή, ο στόχος είναι διπλός: να αφαιρεθεί ο όγκος με ογκολογική ασφάλεια και, ταυτόχρονα, να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερος λειτουργικός νεφρικός ιστός. Στη ριζική νεφρεκτομή, η αφαίρεση ολόκληρου του νεφρού επιλέγεται όταν η διατήρηση του οργάνου δεν είναι τεχνικά ασφαλής ή δεν εξυπηρετεί τον καλύτερο ογκολογικό σχεδιασμό.
Η λαπαροσκοπική τεχνική δεν αλλάζει τον βασικό ογκολογικό στόχο της επέμβασης. Αλλάζει τον τρόπο πρόσβασης στον νεφρό. Αντί για μεγάλη ανοικτή τομή στην πλάγια ή υποπλεύρια κοιλιακή χώρα, ο χειρουργός εργάζεται μέσα από μικρές οπές, βλέποντας το χειρουργικό πεδίο σε μεγεθυμένη εικόνα στην οθόνη.
Ο καρκίνος του νεφρού και η αξία της πρώιμης διάγνωσης
Ο καρκίνος του νεφρού, με συχνότερο τύπο το νεφροκυτταρικό καρκίνωμα, συχνά εντοπίζεται τυχαία σε υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία που γίνεται για άλλη αιτία. Η αυξημένη χρήση απεικονιστικών εξετάσεων έχει οδηγήσει στην ανίχνευση μικρότερων νεφρικών μαζών, πολλές από τις οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν χειρουργικά σε πρώιμο στάδιο.
Η χειρουργική εξακολουθεί να αποτελεί βασική θεραπευτική επιλογή για την εντοπισμένη νόσο. Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες της EAU αναφέρουν ότι η λαπαροσκοπική ριζική νεφρεκτομή έχει χαμηλότερη νοσηρότητα από την ανοικτή ριζική νεφρεκτομή και ότι τα βραχυπρόθεσμα ογκολογικά αποτελέσματα για T1-T2a όγκους είναι ισοδύναμα μεταξύ λαπαροσκοπικής και ανοικτής ριζικής νεφρεκτομής.
Η έγκαιρη διάγνωση έχει σημασία, επειδή όσο η νόσος παραμένει περιορισμένη στον νεφρό, τόσο μεγαλύτερες είναι οι δυνατότητες ριζικής χειρουργικής αντιμετώπισης. Ωστόσο, η επιλογή της κατάλληλης επέμβασης δεν βασίζεται μόνο στη διάγνωση «όγκος νεφρού». Απαιτείται εκτίμηση του μεγέθους, της θέσης, της σχέσης με τα αγγεία και το αποχετευτικό σύστημα, αλλά και της συνολικής νεφρικής λειτουργίας του ασθενούς.
Μερική ή ριζική νεφρεκτομή: Πώς λαμβάνεται η απόφαση
Το βασικό ερώτημα πριν από την επέμβαση είναι αν μπορεί να αφαιρεθεί μόνο ο όγκος ή αν χρειάζεται να αφαιρεθεί ολόκληρο το νεφρό. Σε γενικές γραμμές, μικρότεροι και περιφερικοί όγκοι αντιμετωπίζονται συχνότερα με μερική νεφρεκτομή. Αντίθετα, μεγαλύτεροι ή κεντρικοί όγκοι, ιδίως όταν βρίσκονται σε άμεση σχέση με τη νεφρική αρτηρία, τη νεφρική φλέβα ή το αποχετευτικό σύστημα, μπορεί να απαιτήσουν ριζική νεφρεκτομή.
Η σύγχρονη τάση, όταν αυτό είναι τεχνικά εφικτό και ογκολογικά ασφαλές, ευνοεί τη διατήρηση νεφρικού ιστού. Η μερική νεφρεκτομή προτιμάται ιδιαίτερα σε μικρούς όγκους, σε ασθενείς με μονήρη νεφρό, σε αμφοτερόπλευρους όγκους, σε προϋπάρχουσα χρόνια νεφρική νόσο ή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη. Οι διεθνείς οδηγίες αναφέρουν ότι η μερική νεφρεκτομή πρέπει να προτεραιοποιείται σε T1a νεφρικές μάζες όταν απαιτείται παρέμβαση, καθώς μειώνει τον κίνδυνο χρόνιας νεφρικής νόσου ή επιδείνωσής της και προσφέρει ευνοϊκά ογκολογικά αποτελέσματα.
Σε T1b όγκους, δηλαδή σε μεγαλύτερες αλλά ακόμη εντοπισμένες νεφρικές μάζες, η απόφαση είναι πιο εξατομικευμένη. Η μερική νεφρεκτομή μπορεί να εφαρμοστεί όταν είναι τεχνικά εφικτή, ενώ η ριζική νεφρεκτομή παραμένει επιλογή όταν η θέση ή η πολυπλοκότητα του όγκου καθιστά τη διατήρηση του νεφρού επισφαλή.
Πώς γίνεται η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή
Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία. Ο ασθενής τοποθετείται σε ειδική χειρουργική θέση, συνήθως πλάγια, ώστε ο χειρουργός να έχει πρόσβαση στον νεφρό. Μέσα από μικρές τομές εισάγονται η κάμερα και τα λαπαροσκοπικά εργαλεία. Η κοιλιά διατείνεται με διοξείδιο του άνθρακα, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για ασφαλείς χειρισμούς.
Στη ριζική νεφρεκτομή, ο χειρουργός παρασκευάζει τον νεφρό, ελέγχει τη νεφρική αρτηρία και φλέβα και αφαιρεί το όργανο μαζί με τους απαραίτητους γύρω ιστούς. Η αφαίρεση του επινεφριδίου ή λεμφαδένων δεν γίνεται αυτομάτως σε κάθε ασθενή, αλλά μόνο όταν υπάρχει σχετική ένδειξη από την απεικόνιση ή τα διεγχειρητικά ευρήματα.
Στη μερική νεφρεκτομή, ο χειρουργός εντοπίζει τον όγκο, ελέγχει προσωρινά την αιμάτωση του νεφρού όταν χρειάζεται, αφαιρεί τη βλάβη και στη συνέχεια συρράπτει το νεφρικό παρέγχυμα. Η διαδικασία αυτή είναι τεχνικά πιο απαιτητική, γιατί πρέπει να επιτευχθεί αιμόσταση, να προστατευθεί το αποχετευτικό σύστημα και να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερος υγιής νεφρικός ιστός.
Πλεονεκτήματα έναντι της ανοικτής χειρουργικής
Η ανοικτή νεφρεκτομή αποτελεί καθιερωμένη και αξιόπιστη ογκολογική επέμβαση. Ωστόσο, απαιτεί μεγαλύτερη τομή, συνήθως στην πλάγια ή υποπλεύρια περιοχή, και μπορεί να συνοδεύεται από περισσότερο μετεγχειρητικό πόνο, μεγαλύτερη απώλεια αίματος, πιο εμφανή ουλή, βραδύτερη κινητοποίηση και μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας.
Η λαπαροσκοπική τεχνική επιτρέπει την εκτέλεση των ίδιων βασικών χειρουργικών βημάτων μέσα από μικρότερο χειρουργικό τραύμα. Η μικρότερη τομή περιορίζει τον πόνο από το κοιλιακό τοίχωμα, διευκολύνει την ταχύτερη κινητοποίηση και προσφέρει καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, η μεγέθυνση της εικόνας και η ενδοκοιλιακή πίεση βοηθούν στον έλεγχο της φλεβικής αιμορραγίας.
Συστηματική ανασκόπηση και pooled ανάλυση για νεφρικούς όγκους άνω των 7 εκατοστών έδειξε ότι η λαπαροσκοπική ριζική νεφρεκτομή, σε σύγκριση με την ανοικτή, είχε μικρότερη εκτιμώμενη απώλεια αίματος, χαμηλότερα ποσοστά μετάγγισης και μικρότερη διάρκεια νοσηλείας, χωρίς διαφορά σε συνολική επιβίωση, ειδική για τον καρκίνο επιβίωση, επιβίωση χωρίς εξέλιξη, τοπική υποτροπή ή συνολικές επιπλοκές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή είναι κατάλληλη για όλους. Σε πολύ σύνθετους, τοπικά προχωρημένους ή αγγειακά απαιτητικούς όγκους, η ανοικτή προσπέλαση μπορεί να παραμένει ασφαλέστερη επιλογή. Η σωστή τεχνική είναι αυτή που εξυπηρετεί καλύτερα τον ογκολογικό και λειτουργικό στόχο του συγκεκριμένου ασθενούς.
Ογκολογική αποτελεσματικότητα
Το ογκολογικό αποτέλεσμα της λαπαροσκοπικής νεφρεκτομής εξαρτάται κυρίως από τα χαρακτηριστικά της νόσου: το στάδιο, τον ιστολογικό τύπο, τον βαθμό κακοήθειας, τη διήθηση αγγείων ή γύρω ιστών, την παρουσία λεμφαδενικής ή απομακρυσμένης νόσου και την κατάσταση των χειρουργικών ορίων.
Η λαπαροσκοπική προσπέλαση, όταν εφαρμόζεται με σωστή ένδειξη και από έμπειρη ομάδα, μπορεί να προσφέρει ογκολογικά αποτελέσματα αντίστοιχα της ανοικτής χειρουργικής σε επιλεγμένους ασθενείς. Μετα-ανάλυση για τη λαπαροσκοπική έναντι της ανοικτής ριζικής νεφρεκτομής στον νεφροκυτταρικό καρκίνο αξιολόγησε τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα των δύο τεχνικών και ανέδειξε τη λαπαροσκοπική προσέγγιση ως καθιερωμένη ελάχιστα επεμβατική επιλογή σε κατάλληλα περιστατικά.
Στη μερική νεφρεκτομή, ο στόχος είναι να αφαιρεθεί πλήρως ο όγκος με αρνητικά χειρουργικά όρια. Μετά την επέμβαση, η ιστολογική εξέταση καθορίζει τον τύπο του όγκου, το στάδιο, τον βαθμό επιθετικότητας και την ανάγκη περαιτέρω παρακολούθησης ή συμπληρωματικής θεραπείας.
Η σημασία της νεφρικής λειτουργίας
Η νεφρεκτομή δεν είναι μόνο ογκολογική επέμβαση. Είναι και επέμβαση που μπορεί να επηρεάσει τη συνολική νεφρική λειτουργία του ασθενούς. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει με έναν νεφρό, όμως η απώλεια νεφρικού ιστού μειώνει τη νεφρική εφεδρεία και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο χρόνιας νεφρικής νόσου, ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση, διαβήτη, ηλικία, καρδιαγγειακό ιστορικό ή ήδη μειωμένο eGFR.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μερική νεφρεκτομή έχει αποκτήσει τόσο σημαντική θέση στη σύγχρονη ουρολογική ογκολογία. Όταν ο όγκος μπορεί να αφαιρεθεί με ασφάλεια και να διατηρηθεί το υπόλοιπο νεφρό, ο ασθενής διατηρεί μεγαλύτερη νεφρική λειτουργική εφεδρεία. Μελέτη σε ασθενείς με κλινικά T1 νεφρικούς όγκους έδειξε ότι η εκλεκτική μερική νεφρεκτομή δεν συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής ή θνητότητας ειδικής για τον καρκίνο σε σύγκριση με τη ριζική νεφρεκτομή.
Πριν από κάθε επέμβαση, ο γιατρός πρέπει να αξιολογεί τη νεφρική λειτουργία, την ύπαρξη πρωτεϊνουρίας, τις συννοσηρότητες και τον κίνδυνο μελλοντικής νεφρικής επιδείνωσης. Η απόφαση για μερική ή ριζική νεφρεκτομή δεν είναι μόνο ανατομική. Είναι και λειτουργική.
Πιθανές επιπλοκές
Η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή μειώνει το χειρουργικό τραύμα, αλλά δεν καταργεί τους κινδύνους. Η σημαντικότερη διεγχειρητική επιπλοκή είναι η αιμορραγία, καθώς ο νεφρός είναι όργανο με πλούσια αιμάτωση και η επέμβαση απαιτεί χειρισμούς κοντά στη νεφρική αρτηρία, τη νεφρική φλέβα, την κάτω κοίλη φλέβα ή την αορτή, ανάλογα με την πλευρά και την ανατομία.
Άλλες πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν τραυματισμό γειτονικών οργάνων, λοίμωξη, θρόμβωση, προβλήματα από την αναισθησία, μετεγχειρητική αιμορραγία ή, στη μερική νεφρεκτομή, διαφυγή ούρων από το αποχετευτικό σύστημα του νεφρού. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί μετατροπή σε ανοικτή επέμβαση, όταν αυτό κριθεί απαραίτητο για την ασφάλεια του ασθενούς.
Η δεύτερη μεγάλη παράμετρος είναι η νεφρική λειτουργία. Μετά από ριζική νεφρεκτομή, ο αντίπλευρος νεφρός αναλαμβάνει το σύνολο της λειτουργίας. Μετά από μερική νεφρεκτομή, ο χειρουργημένος νεφρός συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά η τελική του απόδοση εξαρτάται από το πόσο νεφρικό παρέγχυμα διατηρήθηκε, τον χρόνο ισχαιμίας και την αρχική κατάσταση των νεφρών.
Θερμή ισχαιμία, selective clamping και σύγχρονες τεχνικές
Στη μερική νεφρεκτομή, επειδή ο νεφρός αιματώνεται έντονα, ο χειρουργός μπορεί να χρειαστεί να διακόψει προσωρινά την αιμάτωση με αγγειολαβίδα στη νεφρική αρτηρία. Αυτό περιορίζει την αιμορραγία και βοηθά στην ασφαλέστερη εκτομή του όγκου. Το διάστημα αυτό ονομάζεται χρόνος θερμής ισχαιμίας.
Η σύγχρονη χειρουργική προσπαθεί να μειώσει όσο γίνεται την ισχαιμική επιβάρυνση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με μονήρη νεφρό ή ήδη μειωμένη νεφρική λειτουργία. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμοστεί selective clamping, δηλαδή διακοπή της αιμάτωσης μόνο σε συγκεκριμένο κλάδο που τροφοδοτεί τον όγκο, ή off-clamp/clampless τεχνική, χωρίς καθολική διακοπή της αιμάτωσης.
Ωστόσο, οι τεχνικές αυτές δεν εφαρμόζονται σε όλους τους ασθενείς και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως αυτόματα ανώτερες. Η EAU αναφέρει ότι η off-clamp μερική νεφρεκτομή δεν βελτιώνει τα νεφρικά λειτουργικά αποτελέσματα σε ασθενείς με φυσιολογική αρχική νεφρική λειτουργία, στοιχείο που δείχνει ότι η επιλογή πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα.
Νοσηλεία και μετεγχειρητική ανάρρωση
Η νοσηλεία μετά από λαπαροσκοπική νεφρεκτομή είναι συνήθως μικρότερη από την ανοικτή χειρουργική. Σε αρκετούς ασθενείς περιορίζεται σε λίγες ημέρες, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις και με ομαλή πορεία μπορεί να είναι ακόμη συντομότερη. Η ακριβής διάρκεια εξαρτάται από το είδος της επέμβασης, την ηλικία, τα συνοδά νοσήματα, την απώλεια αίματος, τον πόνο και την ταχύτητα κινητοποίησης.
Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι συνήθως ηπιότερος, επειδή δεν υπάρχει μεγάλη τομή στο κοιλιακό τοίχωμα. Ο ασθενής κινητοποιείται νωρίς, αρχίζει σταδιακά τη λήψη τροφής και λαμβάνει οδηγίες για τη φροντίδα των τομών, τη σωματική δραστηριότητα και την επάνοδο στην καθημερινότητα.
Η επιστροφή στην εργασία και στις φυσιολογικές δραστηριότητες εξαρτάται από τον τύπο της επέμβασης και το είδος της εργασίας. Η έντονη άσκηση και η άρση βάρους αποφεύγονται για συγκεκριμένο διάστημα, σύμφωνα με τις οδηγίες του χειρουργού.
Νεότερες εξελίξεις στη θεραπεία του καρκίνου του νεφρού
Η χειρουργική παραμένει η βασική θεραπευτική προσέγγιση στην εντοπισμένη νόσο, όμως η συνολική αντιμετώπιση του καρκίνου του νεφρού έχει αλλάξει σημαντικά. Οι νεότερες συστηματικές θεραπείες, ιδίως η ανοσοθεραπεία και οι αναστολείς τυροσινικής κινάσης, έχουν επηρεάσει τη θεραπευτική στρατηγική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου ή προχωρημένης νόσου.
Σύμφωνα με σχετική ανάλυση για τα νεότερα δεδομένα στον καρκίνο του νεφρού, η μελέτη KEYNOTE-564 έδειξε ότι η επικουρική θεραπεία με πεμπρολιζουμάμπη μετά από νεφρεκτομή σε κατάλληλους ασθενείς με διαυγοκυτταρικό καρκίνο νεφρού υψηλότερου κινδύνου συνδέθηκε με μεγαλύτερο διάστημα χωρίς υποτροπή, ενώ σε νεότερη παρακολούθηση αναφέρθηκε και μείωση του κινδύνου θανάτου.
Αυτό σημαίνει ότι η νεφρεκτομή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκομμένα. Αποτελεί μέρος μιας συνολικής ογκολογικής στρατηγικής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει απεικονιστική παρακολούθηση, εργαστηριακό έλεγχο, εκτίμηση κινδύνου υποτροπής και, σε επιλεγμένους ασθενείς, συζήτηση για επικουρική θεραπεία με ογκολόγο.
Προετοιμασία πριν από την επέμβαση
Πριν από τη λαπαροσκοπική νεφρεκτομή, ο ασθενής υποβάλλεται σε πλήρη ουρολογική και αναισθησιολογική αξιολόγηση. Απαιτείται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, της αιματολογικής εικόνας, της πηκτικότητας, των συνοδών νοσημάτων και των φαρμάκων που λαμβάνει ο ασθενής.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε όσους λαμβάνουν αντιπηκτικά ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα. Η διακοπή ή τροποποίησή τους γίνεται μόνο μετά από ιατρική οδηγία και συχνά σε συνεργασία με καρδιολόγο ή παθολόγο. Επίσης, πρέπει να εκτιμάται η κατάσταση του αντίπλευρου νεφρού, καθώς μετά από ριζική νεφρεκτομή αυτός αναλαμβάνει τη συνολική νεφρική λειτουργία.
Η προεγχειρητική ενημέρωση πρέπει να είναι σαφής. Ο ασθενής χρειάζεται να γνωρίζει αν προγραμματίζεται μερική ή ριζική νεφρεκτομή, ποια είναι η πιθανότητα μετατροπής της επέμβασης, ποιοι είναι οι κίνδυνοι, ποια είναι η αναμενόμενη νοσηλεία και πώς θα γίνει η μετεγχειρητική παρακολούθηση.
Παρακολούθηση μετά τη λαπαροσκοπική νεφρεκτομή
Μετά την επέμβαση, η παρακολούθηση περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες: τον ογκολογικό έλεγχο και τη νεφρική λειτουργία. Η ιστολογική έκθεση καθορίζει το τελικό στάδιο, τον τύπο του όγκου, τον βαθμό κακοήθειας και τα χειρουργικά όρια. Με βάση αυτά, ο ουρολόγος και, όπου χρειάζεται, ο ογκολόγος καθορίζουν το πρόγραμμα follow-up.
Ο απεικονιστικός έλεγχος γίνεται ανάλογα με τον κίνδυνο υποτροπής. Παράλληλα, παρακολουθείται η κρεατινίνη, ο eGFR και, σε αρκετές περιπτώσεις, η παρουσία πρωτεΐνης στα ούρα. Η προστασία της νεφρικής λειτουργίας απαιτεί καλή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, έλεγχο του σακχάρου, αποφυγή καπνίσματος, προσοχή στη χρήση νεφροτοξικών φαρμάκων και τακτική ιατρική παρακολούθηση.
Σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ριζική νεφρεκτομή, η φροντίδα του εναπομείναντος νεφρού αποκτά κεντρική σημασία. Σε όσους έχουν υποβληθεί σε μερική νεφρεκτομή, παρακολουθείται τόσο η λειτουργία του χειρουργημένου νεφρού όσο και η πιθανότητα τοπικής υποτροπής.
Λαπαροσκοπική νεφρεκτομή και ποιότητα ζωής
Η θεραπεία του καρκίνου του νεφρού δεν αξιολογείται μόνο με βάση την αφαίρεση του όγκου. Αξιολογείται και με βάση το πώς επιστρέφει ο ασθενής στην καθημερινότητά του, πόσο γρήγορα κινητοποιείται, πόσο πόνο έχει, πόσο καλά διατηρείται η νεφρική λειτουργία και ποια είναι η μακροπρόθεσμη ασφάλεια της θεραπείας.
Η λαπαροσκοπική τεχνική προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα στην άμεση μετεγχειρητική πορεία. Οι μικρές τομές, ο μειωμένος πόνος και η συντομότερη νοσηλεία συμβάλλουν σε πιο γρήγορη επάνοδο. Ωστόσο, το πραγματικό όφελος της επέμβασης προκύπτει όταν συνδυάζονται σωστή ένδειξη, έμπειρη χειρουργική ομάδα, πλήρης ογκολογική αξιολόγηση και οργανωμένη παρακολούθηση.
Η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή αποτελεί σύγχρονη και τεκμηριωμένη ελάχιστα επεμβατική επιλογή για την αντιμετώπιση όγκων του νεφρού. Μπορεί να εφαρμοστεί ως μερική νεφρεκτομή, με στόχο την αφαίρεση του όγκου και τη διατήρηση του νεφρού, ή ως ριζική νεφρεκτομή, όταν η αφαίρεση ολόκληρου του οργάνου προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια.
Τα βασικά πλεονεκτήματα της τεχνικής είναι το μικρότερο χειρουργικό τραύμα, η περιορισμένη απώλεια αίματος, ο ηπιότερος μετεγχειρητικός πόνος, η συντομότερη νοσηλεία και το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, όταν εφαρμόζεται σε σωστά επιλεγμένους ασθενείς, μπορεί να προσφέρει ογκολογική αποτελεσματικότητα αντίστοιχη της ανοικτής χειρουργικής.
Η τελική επιλογή πρέπει πάντα να εξατομικεύεται. Το μέγεθος και η θέση του όγκου, η νεφρική λειτουργία, οι συννοσηρότητες, η εμπειρία του χειρουργού και οι ανάγκες του ασθενούς καθορίζουν αν η λαπαροσκοπική νεφρεκτομή αποτελεί την καταλληλότερη λύση.

